Παρασκευή, 7 Ιουνίου 2013

ΣΤΟ ΛΕΩΦΟΡΕΙΟ

Έβρεχε καταρρακτωδώς , όταν μπήκα στο λεωφορείο!  Ούτε που κοίταξα γύρω ,παρά κάθισα  γρήγορα προσπαθώντας να βολέψω κάπως  τις τσάντες και την ομπρέλα που έσταζε.
Έκανε κρύο κι έτσι  δεν ήταν πολύς ο κόσμος για την αγορά . Το λεωφορείο σχεδόν άδειο.  Τότε  τους πρόσεξα. Για να ακριβολογώ, πρόσεξα το πρόσωπο το δικό του  και  την  πλάτη της  καθώς και τα μαλλιά. Αυτά άλλωστε τράβηξαν την προσοχή μου καθώς με την άκρη του ματιού μου έπιασα  την έντονη αντανάκλασή τους στο τζάμι.
Μακριά  μαλλιά βαμμένα εκείνο  το πλατινέ ξανθό , σχεδόν άσπρο  και περασμένα από τοστιέρα ,έτσι να που θυμίζουν κακοξεπλυμένα  ρούχα, να  απλώνονται στην πλάτη της . Καθόταν στητή,  με  μαύρο μπουφάν ,γυρισμένη προς το παράθυρο ,να κοιτάζει τη βροχή.  Πρόσωπο  δεν μπόρεσα  να  δω, όσο κι αν  προσπάθησα.
Μόνο το δικό του πρόσεξα . Μελαχρινός   σκουροδέρματος , αυλακιές  έσκαβαν το μέτωπο και τα μάγουλα . Τα μάτια του όμως, αυτά μου έκαναν εντύπωση. Μεγάλα ,μαύρα,  σκοτεινά και απίστευτα θλιμμένα. Μιλούσε  σπαστά ελληνικά ,λέξεις αραδιασμένες στη σειρά  χωρίς συντακτικό  και γραμματική ,  έντονα όμως , πολύ έντονα και χειρονομούσε γρήγορα προσπαθώντας να της δώσει να καταλάβει.
«Εγώ  θέλει λίγο λεφτά ! Όκι πολλά .Λίγο να στέλνω πατέρας μου και εντώ ζει ήσυχα . Κατάλαβες ; Λίγο όχι πολύ. Εγώ θέλει ήσυχα , πολύ ήσυχα ζει . Παιδί , αγάπη , κι ήσυχα θέλει. Αφεντικό δώσει εμένα είκοσι ευρώ έτσι και πάει πάλι αύριο λέει. . Δεν έχει δουλειά μαγαζί ,βλέπω εγώ  φύγει γρήγορα από εκεί . Καλό αφεντικό  και εγώ θέλω πει αλήθεια εμένα . Χάρη όχι , δεν θέλει χάρη. Δουλειά θέλει . Κατάλαβες εσύ ;Όχι  λεφτά χωρίς δουλειά. Δουλέψει  όλη μέρα και μετά πάρει λεφτά . Έτσι όχι . Όχι χάρισμα. Όχι χάρισμα».
Η φωνή του γρήγορη , μ’ έναν τόνο απελπισίας , απόγνωσης να πω  , δεν ξέρω. Σκέφτηκα , μετανάστης , από Πακιστάν , Αφγανιστάν , Κούρδος ίσως , ποιος ξέρει άραγε σε τούτο τον πύργο της Βαβέλ. Για να ρωτήσω ,ούτε λόγος , έτσι κι αλλιώς .
Κουνούσε το κεφάλι της πάνω κάτω. Αυτό μόνο μπορούσα να δω. Την κοιτούσε και το βλέμμα του έψαχνε το πρόσωπό της με λαχτάρα , να βρει σημάδια , ποιας σκέψης δεν ξέρω ! Συνέχεια την κοιτούσε , τη ρουφούσε  με απόγνωση , σαν να εξαρτιόταν από το βλέμμα της η ύπαρξή του ολόκληρη.
Αυτή , ξανθιά σφίγγα , κουβέντα δεν έβγαζε. Άθελα μου σκέφτηκα τον  ψυχρό Βορρά.Το κεφάλι της μισογυρισμένο προς το παράθυρο,  να κοιτάζει έξω τις βιτρίνες. Πότε πότε μόνο γυρνούσε προς το μέρος του για μια στιγμή , και τότε έβλεπα το βλέμμα του ν’ αλλάζει , να μαλακώνει , να γλυκαίνει, θαρρείς και χάιδευε αυτό το στιγμιαίο βλέμμα της τη μοναξιά  του. Έτσι το ‘νιωσα το βλέμμα του , μόνο που κείνη τη στιγμή  με είδε κι αυτός . Με κοίταξε  κατάματα , με απορία αν ήταν  ή με θυμό για την αδιακρισία μου δεν ξέρω.  Τά’ χασα και λίγο ντράπηκα που με τόση περιέργεια παρακολουθούσα ,ακάλεστη την προσωπική εξομολόγηση του ανθρώπου και γύρισα αλλού το βλέμμα . 

Στράφηκα κι εγώ στο παράθυρο, να χαζεύω τις τρεχούμενες βιτρίνες. Στην επόμενη στάση κατέβηκαν . Το τελευταίο που πρόλαβα ν’ ακούσω ήταν η φωνή της, γλυκιά και τρυφερή,  να λέει με σπαστά  ελληνικά «Έλα , εντώ κατεβαίνουμε».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου